Ώρα Ελλάδας 1955 μχ

Γράφει ο Γιάννης Κοτσώνης

Τότε που ήμασταν μια φυσιολογική χώρα πραγματοποιούνταν συνέχεια πράγματα μιλάμε για την περίοδο από το 1975 μέχρι το 1995 στον χώρο του πολιτισμού, έστω κι αν σε δέκα χρόνια από την τελευταία ημερομηνία θα τελείωναν όλα. Να ξέρετε λίγο πριν το τέλος υπάρχει μια έκρηξη – έξαρση προώθησης και απελευθέρωσης όλο και πιο πολλών δημιουργικών δυνατοτήτων, με αποτέλεσμα ταλέντα και δημιουργικές δυνάμεις να μη χαθούν, σήμερα είμαστε σε ένα εκσυγχρονισμένο τεχνολογικά και από άποψη βασικών υποδομών 1955, αλλά χωρίς καθόλου προοπτική και εργατικά δικαιώματα.
Χώρα χωρίς μουσική βιομηχανία, χωρίς κινηματογραφική βιομηχανία, με εκδόσεις που δυσκολεύονται να βγουν στο εμπόριο, με θεατρικές ομάδες που δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν τους χώρους έκφρασης τους γιατί το τραπεζικό σύστημα καταρρέει μαζί με την παραπαίουσα αστική τάξη που το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να κλαίγεται στην ουρά των μεγάλων ομίλων του εξωτερικού για ένα ικανό ποσοστό «ξεροκόμματου» κέρδους, δεν υπάρχει ούτε καν αστικό κράτος, αλλά μια πλευρά του ΚΜΚ με όρους καταστολής.
Με τον πολιτισμό να είναι πεταμένος στον κάλαθο των αχρήστων, με ένα underground (βλέπε πάσης φύσης ανεξάρτητες και εναλλακτικές παραγωγές) πολιτισμό να κυνηγιέται επειδή ακόμα το παλεύει με άνισους όρους και να αποκλείεται – φραγή εισερχομένων αλλά και εξερχομένων από παντού, χωρίς να του δίνεται η δυναμική της επαγγελματικής προοπτικής.
Δεν υπάρχει Κρατική μέριμνα, υποστήριξη, οι εταιρείες ψειρίζουν τη μαϊμού παράγοντας γελοιότητες και ευτέλεια όσο πιο φτηνά, όσο πιο καρμπόν, τόσο πιο χαμηλά, στα όρια της απέραντης βλακείας και απογοήτευσης και δεν υπάρχει χρηματοδότηση από πουθενά, ακόμα και με μοναδική όαση το επίσης ελεγχόμενο διαδίκτυο, που να πας;

Το underground (βλέπε πάσης φύσης ανεξάρτητες και εναλλακτικές παραγωγές) σε αυτή τη φάση είναι ο μοναδικός χώρος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση, όπως το έκανε και στο παρελθόν, ωστόσο το 2020 δεν είναι 1995 για να αποφέρει ως μικροκοινότητα κάτι. Σήμερα δεν φτάνει ο λόγος του αστείρευτου ταλέντου και της αυτοδιάθεσης κάθε συλλογικής εθελοντικής αυτοδιεύθυνσης καλλιτεχνικών ανησυχιών,  από σχήματα, ακροατές, θεατές, δημιουργούς, παραγωγούς, κατασκευαστές που στην τελική είναι οι ίδιοι, αυτοί που συνεισφέρουν οικονομικά από την εργασία τους, συνδράμουν, παράγουν,προωθούν και καταναλώνουν, δεν υπάρχει κανένα μέλλον, όσο αισιόδοξοι και να είμαστε, όσο κι αν τα μέσα είναι να είναι προσφορότερα από ποτέ, τελικά ούτε αυτά φτάνουν.
Τώρα όσον αφορά την εμπορική αλλά καθόλου ευτελή δημιουργία λόγω της επαγγελματικής σχέσης που πρέπει να υπάρχει αφού δε γίνεται να υπάρχει η ερασιτεχνική δυναμική εσαεί, ούτε απρόσκοπτα και αδιατάρακτα η όποια βιομηχανική παραγωγή απ΄την αντίπερα όχθη γιατί θα μπουκώσει το σύμπαν, με αποτέλεσμα νέα κρισιακά φαινόμενα στην αυλόπορτα του καπιταλισμού. Άρα ο πολιτισμός πρέπει να έχει και επαγγελματική διαφυγή και καταφυγή, αλλά όχι όπως τις σημερινές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, όπου τα πράγματα είναι τραγικά. Ταλέντα άφθονα και απίθανα που δεν μπορούν είτε να εκφραστούν, είτε να εκδώσουν, είτε να προωθήσουν τις δουλειές τους γιατί δεν υπάρχει πολιτιστική βιομηχανία και αν δεν υπήρχε η ΕΡΤ, ο απόπατος θα ήταν στεγανός βόθρος, που θα είχε ξεχειλίσει πολύ νωρίτερα ήδη από το 1991, όμως παρά τη διάλυση της ΕΣΣΔ τα απόνερα της κράτησαν έστω και νοερά μέχρι και το 2008 παρά τα μέτρα που συνεχώς έπαιρνε το σύστημα για να θωρακιστεί. Τόσο μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην προσφορά δυνατοτήτων – δυναμικής – ποσότητας και ποιότητας, αλλά και υλικοτεχνικής υποδομής απ΄τη μια πλευρά και δυνατότητας παραγωγής – προώθησης – διανομής και υποβοήθησης όλων των παραπάνω δεν υπήρξε ποτέ, αποθεώνοντας το τσιτάτο του Γκράμσι, «Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα είναι η εποχή των τεράτων».
Ζούμε το τέλος της αθωότητας, τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του πολιτισμού και σε κάθε χώρα ξεχωριστά με όρους μονοπωλίων που σπρώχνουν στο κοινό φτηνές τηλεοπτικές σαπουνόπερες, τηλεπαιχνίδια, βιομηχανίες «ταλέντων» με όρους γκλαμουράτων τηλεσκουπιδιών. Των «ταλέντων» που δεν είναι ούτε καν μισής χρήσης για να μην δημιουργούν δικαιώματα στο διηνεκές. Φτιάχνουν μια ποπ που κουλτούρα που δεν απευθύνεται σχεδόν πουθενά(κάποτε κήρυττε τον αντιαισθητικό πλουτισμό, τώρα ούτε αυτό), «συμμετόχικά» μέσω κάποιων αφελών ακροατών που ψηφίζουν για να ανατροφοδοτήσουν την οικονομία της εν λόγω αναπαραγωγής και να γελάσουν με τον πόνο μιας τελειωμένης στην κυριολεξία χώρας του αλήστου μνήμης, μότο «αγαπάς την Ελλάδα, απόδειξη», «χτυπήστε την ανομία των Εξαρχείων» στο όνομα της οικονομίας διαμοιρασμού, η διαμαρασμού, όπως λέμε εμείς, «κάντε τους καπνιστές και το κάπνισμα το νο 1 εχθρό και απελευθερώστε το ρουφιανισμό».
Μια χώρα που η κυρίαρχη αστική της τάξη ως εξουσία προσπαθεί να προσκολληθεί στην ΕΕ για να μην εξαφανιστεί παίζοντας με τα ΕΣΠΑ απ΄την μια πλευρά και μερίδες της που γυρίζουν ως δορυφόροι στο crypto currency απ΄την άλλη, προσπαθώντας να απεγκλωβιστούν από την μέγγενη γι αυτές της ΕΕ, η χώρα και τα ταλέντα της, θα είναι στον αναπνευστήρα μιας ΜΕΘ, γιατί πλέον θα αναζητούν ταυτότητα εκεί που έχουν κλείσει τα πρωτόκολλα και τα μητρώα μαζί, με αποτέλεσμα να ασθμαίνουν οι πιο ζωντανές δυνάμεις της, πολιτισμός, επιστήμες, τέχνες, τεχνολογία, αθλητισμός κι ότι μένει εδώ είναι για να φυτοζωεί το διαμετακομιστικό κέντρο.
Τώρα όσοι μιλούν για ανάπτυξη ας δουν τις κινήσεις στα βιβλιοπωλεία την περίοδο των Χριστουγέννων. Κάποτε το βιβλίο, η μουσική, τα Θέατρα και το Σινεμά είχαν την τιμητική τους, τώρα χάσκουν χρεοκοπία. Χώρα χωρίς πολιτισμό που κάνει παντιέρα τον Τουρισμό και τον πόνο των προσφύγων για γενναίες επιδοτήσεις από τους «συμμάχους» εταίρους, σαν εταίρα η ίδια δεν έχει κανένα σοβαρό μέλλον σε αυτό το σύστημα.
Για όσους νοσταλγούμε ένα άλλο τρόπο παραγωγής χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο τα πράγματα δεν είναι εύκολα, αφού οι κρατούντες – υπάλληλοι των επιχειρηματιών φρόντισαν να εξοπλίσουν το οπλοστάσιο και τις φαρέτρες τους με κάθε είδους αντεργατικής πολιτικής, ανέκαθεν με τη συναίνεση της εργοδοτικής ηγεσίας της ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΓΣΕΒΕ, ΕΣΕΕ, ΟΤΟΕ κλπ, προώθησαν τον κυβερνητισμό μέσω των ΜΚΟ και στο τέλος έσπειραν και εκκόλαψαν με θέρμη το αυγό του φιδιού…
Καλή χρονιά αδέλφια κι όσο αντέξουμε με αυτού του τύπου την ανάπτυξη που όλοι πεθαίνουμε πότε με το «βασανιστήριο της σταγόνας» και πότε με «το πείραμα του βατράχου», όπου η μικροαστική ησυχία πρέπει να βασιλεύει για να θεριεύει το τέρας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Οι λαγοί της αναδίπλωσης και η εργατική τάξη

Νόμιμη Αναδημοσίευση από το Ηλεκτρικές Κολλεκτίβες του RCT

Το ότι βγήκε ο Μπόρ(ε)»ί»ς Τζόνσον στη Βρετανία ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενο, έως και νομοτελειακό τόσο σε βάθος(η διαφορά με τους εργατικούς, που θύμιζε τις εποχές της Θάτσερ) νίκης όσο και σε πλάτος(η σχέση του με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα), αν και αυτός δεν είχε τη στήριξη των μεγάλων πολυεθνικών των τροφίμων που είχε κάποτε η εν λόγω ερευνήτρια Χημικός Μάγκι. Να σημειώσουμε εδώ πέρα ότι η μόνη σχέση και γνώση που είχε με την οικονομία ήταν τα συσσωρευμένα κεφάλαια που την έκαναν πρωθυπουργό μέσω μιας πατέντας. Να θυμίσουμε ότι η ενώ η Θάτσερ αποτελείωσε τη Βρετανική Οικονομία και τις παραγωγικές τις δυνάμεις, κυρίως όμως την εργατική τάξη, αυτό το πραγματοποίησε πουλώντας την πατέντα η φόρμουλα με τα διογκωτικά αρτοποιίας και παγωτοποιίας, καθότι είχε στα χέρια της στα τέλη της δεκαετίας του 1970 το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τους κι έχοντας την στήριξη όλης της βιομηχανίας τροφίμων και κυρίως των μεγάλων πολυεθνικών, με αποτέλεσμα να ρίχνει μεγάλα κεφάλαια για την εξαγορά συνειδήσεων.

Ο γραφικός και φαινομενικά(αλλά και πραγματικά) «χρήσιμος ηλίθιος», είναι λαγός της αναδίπλωσης που έχει ανάγκη μια μεγάλη μερίδα τόσο του βιομηχανικού κεφαλαίου για να ξεπεράσει την κρίση υπερπαραγωγής, όσο και του χρηματιστικού κεφαλαίου για να ξεκολλήσουν λιμνάζοντα κεφάλαια που στρογγυλοκάθονται και δεν επανεπενδύονται για το ικανό ποσοστό κέρδους. Έχοντας κατανοήσει την εποχή του, ως συμμάχους είχε μόνο το χρηματιστικό κεφάλαιο του City και την πολυεθνική εταιρεία ρούχων που προμηθεύει το UFC και έχει εγκαταλείψει την λιανική όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, άντε και μερικές μεσαίες εταιρείες της συμφοράς που δε μπορούν να σταθούν σε τέτοια άλματα όρθιες, δηλαδή για να χρηματοδοτήσουν ένα τέτοιο προεκλογικό αγώνα, καθώς και να χρηματοδοτούν με δάνεια(τις καταθέσεις τους δηλαδή το Ευρωενωσιακό μονοπωλιακό κεφάλαιο.
Η διαφημιστική καμπάνια του στηρίχθηκε σε διανομή γάλακτος(με ειρωνικό μήνυμα προς την μακαρίτισσα τη Μάγκι) και μπηχτές στην πολιτική του Τόνι Μπλερ ενώ έκανε επίθεση «αγάπης» προς στην εργατική τάξη της Βρετανίας αλώνοντας τις πόλεις προπύργια των Εργατικών δηλαδή του βιομηχανικού Βορρά, που του έδωσαν ποσοστά που έπαιρνε το ΠΑΣΟΚ και συνεχίζει να παίρνει ο ΣΥΡ στο νομό Ηρακλείου, Χανίων Αχαϊας κλπ.

Οι «Αριστεριστές»(παλαιάς κοπής) αυτοί του Κόρμπιν δεν είχαν καμία ελπίδα, γιατί η συνθηματολογία του περιορίστηκε στην αντί Τζόνσον επίθεση και χωρίς να υπερασπιστεί αυτό που και ο ίδιος πίστευε το BREXIT, πολεμώντας το επειδή η πλειοψηφία των λεγόμενων Εργατικών ήταν υπέρ της παραμονής, μέσω ενός νέου δημοψηφίσματος, πληρώνοντας τις παλινωδίες τους. Ο Κόρμπιν και η παρέα του πατώντας σε δυο βάρκες δεν είχαν ξεκαθαρίσει στην πιο παλιά εργατική τάξη της υφηλίου αν είναι με αυτούς, η με τα υπολείμματα του Μπλερ που οι εργάτες μισούν και συνεχίζουν παρότι ξένο σώμα σε αυτούς να έχουν πολύ δυνατούς μηχανισμούς στη διάθεση τους. Οι Εργατικοί, όπως και οι σκληροπυρηνικοί της ΕΕ θέλουν να συνεχιστεί η συμπίεση και το ξεζούμισμα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από τα ίδια χωρίς να αγγιχθεί καμία λιμνάζουσα κατάθεση της λεγόμενης Ελίτ.
Οι Εργατικοί της Βρετανίας θα κάνουν πάνω από δύο δεκαετίες για να ξεκολλήσουν από τον απόπατο και τη μιζέρια που έχουν βυθιστεί και αν θέλετε τη γνώμη μας, αν συνεχίσουν τον ανελέητο αντικομμουνισμό, το χυδαίο αντιρωσισμό, τον χωρίς λόγο αντικινεζισμό και τις επιθέσεις στις χώρες που δεν είναι αρεστές στο γερμανικό και γαλλικό πολυεθνικό κεφάλαιο δια της σοσιαλδημοκρατικής της πλατφόρμας, ακόμα και αν βάλουν οπορτουνιστικές φιγούρες του αριστερισμού όπως ο μέχρι πρότινος «ηγέτης » τους Κόρμπιν, προσεγγίζοντας τους μικροαστούς και όχι την πολυπληθή εργατική τάξη της Βρετανίας, θα πάθουν το θάνατο της Αλεπούς….

Όπως και ο Τραμπ στις ΗΠΑ, έτσι και ο Τζόνσον που ούτε αντικομμουνισμό κάνουν τουλάχιστον ανοιχτά, ούτε αντιρωσισμό, ούτε στην πραγματικότητα αντικινεζισμό, αλλά μπλοφάρουν και ανακατεύουν την τράπουλα, όποτε, όπως και με όποιο τρόπο μπορούν, γίνονται αρεστοί σε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και θα είναι για πολλά χρόνια στο προσκήνιο, τότε κανένα ίδρυμα Κλίντον και με κανένα τρόπο δεν θα τους ξεκολλήσει από την θέση που είναι τώρα.

Radio Collectiva Team

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΝΙΕΣ ΒΑΡΝΤΑ από την ταινιοθήκη της Ελλάδας

➜ Οι ταινίες μυθοπλασίας της

➜ 12 – 15 Δεκεμβρίου 2019

➜ Ταινιοθήκη της Ελλάδος

➜ Εισιτήρια: 5€

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος αποχαιρετά την αείμνηστη «γιαγιά της Νουβέλ Βαγκ», με ένα αφιέρωμα στις 10 ταινίες μυθοπλασίας της, από τη δεκαετία του ’50, έως και τη δεκαετία του ’90, που μας υπενθυμίζουν πόσο πρωτοποριακή υπήρξε η Ανιές Βαρντά. Σε κάποιες από αυτές πρωταγωνιστούν μερικοί από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως η Κατρίν Ντενέβ, ο Μισέλ Πικολί και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, αλλά και νεότεροι όπως η Σαντρίν Μπονέρ και η Σαρλότ Γκενσμπουργκ η οποία στην ταινία Κουνγκ-Φου Μάστερ εμφανίζεται μαζί με την μητέρα της Τζέιν Μπίρκιν.

Το αφιέρωμα, που περιλαμβάνει και κάποιες ταινίες που προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, θα πραγματοποιηθεί στις 12-15 Δεκεμβρίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Προσκεκλημένη της Ταινιοθήκης θα είναι η παραγωγός της Βαρντά, η Σεσίλια Ρόουζ.

Η ΤΑΝΙΈΣ ΑΠΌ ΤΗ 1 ΈΩΣ ΤΙΣ 10
Η Ταινιοθήκη της Ελλάδας αποτίνει φόρο τιμής και αποχαιρετά τη σπουδαία σκηνοθέτη
– αλλά και φωτογράφο, εικαστικό, συγγραφέα και παραγωγό– Ανιές Βαρντά (1928-2019).
Το αφιέρωμα «Η Ανιές από τη 1 έως τις 10» αποτελείται από 10 ταινίες μυθοπλασίας.
Το 1955, η νεαρή φωτογράφος Βαρντά σκηνοθέτησε την πρώτη της ταινία Πουάν Κουρ,
όπου, με μοντάζ του Αλαίν Ρενέ, η ιστορία του αγώνα των ψαράδων του ομώνυμου χωριού
εκτυλίσσεται παράλληλα με την ιστορία ενός ζευγαριού. Ο επιδραστικός κριτικός του κινηματογράφου Ζορζ Σαντούλ έγραψε ότι πρόκειται για την πρώτη ταινία του γαλλικού Νέου
Κύματος, παρόλο που η Βαρντά βρήκε τη θέση της στην ανδροκρατούμενη Νουβέλ Βαγκ
– περισσότερο κοντά στον Αλαίν Ρενέ και τον Ζακ Ντεμί, παρά στην παρέα των Cahiers du
Cinéma– το 1962 με την περίφημη ταινία Η Kλεό από τις 5 έως τις 7. Έκτοτε θεωρείται
«η μητέρα της Νουβέλ Βαγκ».
Η ταινία Πλάσματα (1966), υπό το διπλό πρίσμα της διαδικασίας γένεσης ενός μυθιστορήματος και της γέννησης ενός παιδιού, αντηχεί με την επωδό της Βαρντά, αλλά και εν γένει
της Νουβέλ Βαγκ, ότι οι σκηνοθέτες, όπως και μυθιστοριογράφοι, πρέπει να ασκούνται σε
όλο και μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας.
Αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στη Γαλλία, η Βαρντά κατέφυγε στο Λος Άντζελες και σκηνοθέτησε την ταινία Αγάπη λιονταριών (…και ψέμματα) (1969), με την οποία αναστοχάζεται την
τότε επικαιρότητα αλλά και τον ίδιο τον μηχανισμό του κινηματογράφου. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αυτήν την ταινία η αβαν-γκάρντ σκηνοθέτης Σίρλεϊ Κλαρκ παίζει τον εαυτό της.
Στην ταινία Η μία τραγουδά, η άλλη όχι (1977) αποτυπώνεται η συμμετοχή της Βαρντά στο
γυναικείο κίνημα, και ο φεμινιστικός αναστοχασμός της εκδιπλώνεται και εδώ σε μια δυαδική σκηνοθετική δομή, η οποία αντηχεί με το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό». Ενώ γι’
αυτήν την ταινία η Βάρντα είχε πει ότι «ήθελα να δείξω τη χαρά του να είσαι γυναίκα», στην
ταινία Ντοκιμαντέρ (1981) στρέφει το βλέμμα της στις δυσκολίες αλλά και στη στοργή
της μητρότητας. Ο νέος εφηβικός κόσμος των βιντεοπαιχνιδιών γίνεται ο καμβάς για να
αφηγηθεί, στην ταινία Κουνγκ-Φου Μάστερ (1988), τον έρωτα μιας μητέρας για έναν φίλο
της κόρης της. Από μία άλλη, όχι αντίθετη αλλά διασταυρούμενη φεμινιστική σκοπιά, στην
ταινία Δίχως στέγη, δίχως νόμο (1985), για μια ελεύθερη περιπλανώμενη νεαρή γυναίκα, η
Βαρντά μας καλεί να σκεφτούμε το τίμημα της ελευθερίας.
Η ταινία Ο Ζακό από τη Νάντη (1991) αφηγείται τα παιδικά χρόνια του σκηνοθέτη Ζακ
Ντεμί, ο οποίος πέθανε από Aids το 1990 και υπήρξε σύντροφος της Βαρντά από το 1962.
Τέλος, στην ταινία Εκατό και μία νύχτες (1995), η οραματική και παιγνιώδης Βαρντά, αναστοχάζεται εκ νέου τον ίδιο τον κινηματογράφο μέσα από μια ιστορία «αναταραχής του αρχείου» ενός ηλικιωμένου σκηνοθέτη από μια ομάδα νεαρών επίδοξων κινηματογραφιστών.

Μαρία Κομνηνού, Ιουλία Μέρμηγκα

Εδώ τα pdf με τις προβολές: Κατάλογος Αφιερώματος

Φαντάστηκε ένα κόσμο χωρίς ιδιοκτησία

Δεν υπήρξαμε ουδέποτε φαν των The Beatles, ούτε του είδους που πρέσβευαν ως πρωτοπόρους, γνωρίζοντας πως δεν ήταν ούτε οι μόνοι, ούτε αυτοί που έπαιξαν πρώτοι jangle pop και garage rock τόσο στη Βρετανία και το Liverpool απ΄όπου κατάγονταν, όσο και από τις άλλους δύο μεγάλους πυλώνες του ηλεκτρικού ήχου και της ποπ ΗΠΑ και Αυστραλία. Παρότι υπερτιμημένοι ήταν σπουδαίοι, ήταν πολύ σπουδαιότεροι σε όλα τα επίπεδα από πολλά δημοφιλή σχήματα της εποχής τους, τόσο στην ποπ, όσο και στο ροκ εντ ρολ κι όλα αυτά, αποκλειστικά λόγω του John Lennon. Μιας τεράστιας προσωπικότητας που έδινε άλλο αέρα με την προσθήκη των δικών του συνθέσεων στις σχεδόν αδιάφορες, έως και χαζοχαρούμενες των υπολοίπων και ειδικά του Mc Cartney που έγινε και Sir(τι σχέση έχει το rock n roll με την παραπάνω ιδιότητα);

Οι δυο πιο σπουδαίοι δίσκοι των σκαθαριών ήταν καθαρά υπόθεση αυτού που με κάθε τρόπο ήθελε να οδηγήσει τα εν λόγω σε ένα δρόμο περισσότερο στοχαστικό και πολιτικοποιημένο. Το White Album & SgtPepper’s Lonely Hearts Club Band, μαζί με το single Back in the USSR, αποτέλεσαν ουσιαστικά,για να μην πούμε κατ΄αποκλειστικότητα, μια παρέμβαση του John Lennon. Φυσικά η σχέση του με το σχήμα δε θα μπορούσε να συνεχιστεί εφόσον ο εν λόγω συνεχώς αναζητούσε νέους δρόμους, τόσο στη μουσική, όσο και στο περιεχόμενο των στοίχων που ολοένα και πιο δυνατά εισέρχονταν στο χώρο της σοσιαλιστικής σκέψης και του αθεϊσμού.

Μια μέρα σαν σήμερα το 1980 δολοφονήθηκε από έναν οπαδό των Beatles αφήνοντας εκτός από την τελευταία του πνοή ένα μέλλον από ατομικές συνθέσεις που συνεχώς αναζητούσαν τρόπους και διεξόδους σε ένα στοχασμό που ήδη είχε εκδηλωθεί από το αριστουργηματικό imagine που ουσιαστικά αμφισβητούσε όλα τα εκμεταλλευτικά συστήματα τοτινά και αλλά και των προγενέστερα χτυπώντας στην καρδιά τη φύση της ατομικής ιδιοκτησίας

Ο πρίγκηπας του λευκού Αθηναϊκού μπλουζ δε μένει πια στα Εξάρχεια

«Όποιος δεν έχει ζήσει στο πεζοδρόμιο αποκλείεται να ξέρει τι πάει να πει να είσαι τίμιος και ειλικρινής και ταυτόχρονα παράνομος»
Αυτά από τον πρίγκηπα των μπλουζ, τον δισέγγονο του Γεωργίου Ζορμπά(πατέρα της γιαγιάς του Αναστασίας Αλεξίου του γένους Ζορμπά) και ανιψιός της μεγάλης Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη Αλεξίου, αδελφάδων του παππού του Ραδάμανθη Αλεξίου που έφυγε σαν σήμερα στις 6/12/1990 και γεννήθηκε στις 27/7/1948…
Ήταν τόσο μεγάλος ο Παύλος που για μας δεν έχει σημασία αν και τι τραγουδούσε, εξάλλου όταν είσαι απόγονος του Αλέξη Ζορμπά(έτσι ονόμαζε ο Καζαντζάκης – που είχε παντρευτεί τη Θεία του Γαλάτεια – τον προπάππου του Γεώργιο Ζορμπά), μπορείς να έχεις τα πάντα και αντί να πιάσει την καλή, ήταν στο δρόμο, δούλεψε στις οικοδομές και έμαθε αυτό το γαμημένο το σύστημα απ΄την πραγματική του πλευρά και όχι από τη «λόγια» που οι ρίζες του ήταν από εκεί.
Από την ταινία Ασυμβίβαστος που σε μεγάλο βαθμό αντανακλούσε και μέρος της ζωής του….